Η Υπερβόσκηση στην Μεσόγειο


Αρχισυντάκτης: Βασίλειος Π. Παπαναστάσης  <[email protected]
Με την συμβολή των: Maria José Roxo και Pedro Cortesao Casimiro <[email protected]>

Η παρούσα Έκθεση επικεντρώνεται στα συμπεράσματα ερευνητικών προγραμμάτων πέραν του  DESERTLINKS.

  • Συστήματα χρήσεων γης στα Βουνά της Μεσογείου και σε Υποβαθμισμένη Γη την περίοδο 1995-1998 (αριθ. σύμβασης AIR-3-CT-93-2426). Το Πρόγραμμα προέβη σε εκτίμηση της επίδρασης των πολιτικών της Ε.Ε στην παραγωγή ζωικού κεφαλαίου στα τοπικά συστήματα χρήσεων γης και τον αντίκτυπο των πρακτικών βόσκησης στα βουνά των χωρών της Μεσογείου και την υποβαθμισμένη γη. Τα περισσότερα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο αυτό προέρχονται από το εν λόγω Πρόγραμμα.
  • GeoRange 2001-2004 (αριθ.σύμβασης EVK2-CT2000-00091).  Όπως το DESERTLINKS, έτσι και το Πρόγραμμα αυτό ασχολήθηκε με το ζήτημα της υποβάθμισης/ερημοποίησης της γης στο πλαίσιο του Πέμπτου Προγράμματος για το Περιβάλλον και την Βιώσιμη Ανάπτυξη. Το GeoRange ξεκίνησε από εξειδικευμένους επιστήμονες σε θέματα σεδιαχείρισης και οικολογίας βοσκοτόπων, την συντήρηση και αποκατάσταση οικοσυστημάτων, συστήματα τηλεσκόπησης και χωρικών πληροφοριών. Με την άμεση συμμετοχή διαχειριστών γης, σκοπός του Προγράμματος ήταν ο προσδιορισμός βελτιστοποιημένων στρατηγικών διαχείρισης για πολυ-λειτουργικούς βοσκότοπους. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το  GeoRange πατήστε εδώ.

Αίτια υπερβόσκησης και η σημασία της για την ερημοποίηση
Παραδείγματα αιτίων υπερβόσκησης στις Μεσογειακές χώρες της Ευρώπης, Πορτογαλία, Ελλάδα
Επισκόπηση των τρόπων συσχετισμού των δεικτών
Αναφορές

Αίτια υπερβόσκησης και η σημασία της για την ερημοποίηση
Συγγραφέας: Βασίλειος Π. Παπαναστάσης <[email protected]

Η βόσκηση αποτελεί μια παλαιά πρακτική στις χώρες της μεσογειακής Ευρώπης, η οποία ανάγεται στη Νεολιθική περίοδο με την άφιξη στην περιοχή των πρώτων εξημερωμένωνπροβάτων και αιγών. Από τότε η ζωική παραγωγή κατέστη επικρατούσα ανθρώπινη δραστηριότητα στηρίζοντας πολιτισμούς και διαμορφώνοντας τα οικοσυστήματα και τοπία της Μεσογείου.

Κατά την συζήτηση των παραγόντων που ευθύνονται για την αποψίλωση στις μεσογειακές χώρες, ο Thirwood (1981) θεωρεί την βόσκηση από τα κατοικίδια ζώα μεταξύ των σημαντικότερων αιτιών, με τις κατσίκες να προτιμούνται για βόσκηση σε δασικές περιοχές. Επίσης, ο Tsoumis (1985) θεωρεί ότι η βόσκηση συμβάλει σε σημαντικό βαθμό στην αποψίλωση, περισσότερο από τις γεωργικές πρακτικές, με τις κατσίκες στον ρόλο του κύριου υπαίτιου της καταστροφής. Τις ίδιες απόψεις υιοθετεί και ο Tomaselli (1977), ο οποίος επιπλέον επισημαίνει ότι η βόσκηση μπορεί να αποτρέψει την εξέλιξη των φρύγανων και θάμνων στα υψηλά δάση. Οι γνώμες εναντίον των αιγών ήταν τόσο ισχυρές στα μέσα του περασμένου αιώνα ώστε ορισμένες χώρες έπρεπε να λάβουν αποφασιστικά μέτρα ώστε να μειώσουν τον αριθμό τους ή ακόμα και να εξάλειψή τους επιδοτώντας την σφαγή τους (FAO, 1964). Ως εκ τούτου, αναπτύχθηκε η θεωρία του “Κατεστραμμένου Τοπίου”  για τη μεσογειακή Ευρώπη (Grove and Rackham, 2001). Στην πραγματικότητα, η κατηγορία για τα αγροτικά ζώαπερί καταστροφής του περιβάλλοντος συγχέεται με την κακοδιαχείριση που εφαρμόζεται για την οποία υπεύθυνα είναι τα πρόσωπα και όχι τα ζώα (Papanastasis, 1986).

Οι βοσκότοποι της Μεσογείου περιλαμβάνουν περιοχές με βοσκές, γνωστές και ως λιβάδια, καθώς επίσης και “δασικούς” βοσκότοπους, ήτοι χαμηλές θαμνώδεις εκτάσεις (π.χ. φρύγανα),θάμνους (π.χ. garrigue, maquis, matorral) και αραιά δάση (κάλυψη δέντρων λιγότερο από 40%), επίσης γνωστά ως δασοποιμενικά συστήματα. Σύμφωνα με τον  Le Houerou (1981), αυτοί οι βοσκότοποι χρησιμοποιούνται από το αντίστοιχο 270 εκατομμυρίων ζώων, δηλαδή άλογα,  μουλάρια, γαϊδάρους, βοοειδή, καμήλες, χοίρους, πρόβατα και αίγες. Τα τελευταία δύο είδη ζώων κυριαρχούν σε ποσοστό 75% του συνολικού πληθυσμού. Όλα αυτά τα ζώα βοσκούν μία έκταση περίπου 830.000 χλμ² που αντιστοιχεί σε ένα επίπεδο περίπου 2,2 ισοδύναμης πυκνότητας προβάτων ανά εκτάριο. Εάν θεωρήσουμε ότι η δυνατότητα βόσκησης των μεσογειακών βοσκότοπων δεν υπερβαίνει το αντίστοιχο 1 /εκτάριο/έτος κατά μέσο όρο, μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι οι περιοχές αυτές υπερβόσκονται σε μεγάλο βαθμό. Εντούτοις, η ένταση βόσκησης δεν κατανέμεται ομοιόμορφα σε όλους τουςμεσογειακούς βοσκότοπους και είναι βεβαίως υψηλότερη στο νότο απ’ ό,τι στη βόρεια Μεσόγειο. Στην μεσογειακή Ευρώπη, επίσης υπάρχει άνιση κατανομή μεταξύ περιοχών με μεγάλη υπερβόσκηση (πχ. πεδινά, γύρω από τα χωριά) και υποβόσκηση (απομακρυσμένες περιοχές).

Κατά την συζήτηση των αιτιών της υπερβόσκησης στα βοσκοτόπια της Μεσογείου, ο LeHouerou (1981) θεωρεί ως κύριο παράγοντα το ίδιο το μεσογειακό κλίμα, και πιο συγκεκριμένα τους ήπιους και βροχερούς χειμώνες που επιτρέπουν στα ζώα να μένουν στην ύπαιθρο όχι μόνο το καλοκαίρι – όπως συμβαίνει στις εύκρατες περιοχές – αλλά και το χειμώνα, προκαλώντας ετήσιες σχεδόν περιόδους βόσκησης. Ως δεύτερη αιτία θεωρεί ότι είναι οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που παρέχουν μια κοινωνική θέση στους αγρότες που είναι ιδιοκτήτες  μεγάλων κοπαδιών ή αναγκάζει τους αγρότες να εκτρέψουν μεγάλα κοπάδια προκειμένου να επιβιώσουν. Ωστόσο, υπάρχουν κι άλλοι, πολύ σημαντικοί παράγοντες. Ένας από αυτούς είναι η περιθωριοποίησης των περιοχών βόσκησης στην περιοχή της Μεσογείου που αποτελούνται από λοφώδεις και ορεινές περιοχές με σχετικά ρηχά και πετρώδη εδάφη και απότομες κλίσεις με συνέπεια τη χαμηλή παραγωγικότητα και ικανότητα για βόσκηση. Στις ξηρές και ημίξηρες περιοχές, το πρόβλημα αυτό επιδεινώνεται ακόμη περισσότερο από τη μικρή και ακανόνιστη βροχόπτωση. Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας είναι το ιδιοκτησιακό καθεστώς της γης. Ένα μεγάλο ποσοστό βοσκοτόπων στην περιοχή της Μεσογείου συμπεριλαμβανομένων των κρατικών ή δημοτικών της νότιας Ευρώπης όπου χρησιμοποιούνται για κοινόχρηστη βόσκηση από τα ζώα των κατοίκων της περιοχής (π.χ. στο νησί της Κρήτης – Papanastasis, 1993). Στο πλαίσιο αυτού του κοινοτικού συστήματος, η διαχείριση της βόσκησης είναι δύσκολη ή αδύνατη και πολύ συχνά οδηγεί στην υπερβόσκηση (Papanastasis, 1988). Μια τελευταία αιτία είναι οι πολιτικές της Ε.Ε που εφαρμόσθηκαν πριν την έναρξη ισχύος της Ατζέντα 2000, οι οποίες επιχορηγούσαν τον αριθμό των ζώων, ενθαρρύνοντας έτσι τους αγρότες στις μεσογειακές χώρες της Ε.Ε να αυξάνουν τον αριθμό των κοπαδιών τους προκειμένου να λάβουν περισσότερη επιδότηση (Dubost, 1998 Pulina et Al, 1998).

Υπερβόσκηση από αίγες σε μία κοινοτική θαμνώδη έκταση στη ΒΑ 
Ελλάδα (φωτογραφία:  Β. Παπαναστάσης)

Η βόσκηση επιδρά πολλαπλά στα φυσικά οικοσυστήματα. Τα ζώα απομακρύνουν τα φύλλα από  τα φυτά και συνεπώς επηρεάζουν την ανάπτυξη, την υγεία, την αναπαραγωγή των φυτών, όπως επίσης τη βιοποικιλότητα, την φυτοκάλυψη και τη βιομάζα, με επακόλουθο την δημιουργία γυμνών εδαφών. Κατά την βόσκηση τα ζώα ποδοπατούν επίσης το έδαφος μειώνοντας έτσι το πορώδες και την ταχύτητα διήθησης του νερού και αυξάνοντας την επιφανειακή απορροή. Στην περίπτωση απότομων κλίσεων και εδαφών με μεγάλη διαβρωσιμότητα,  η διάβρωση μπορεί να καταλήξει σε ερημοποίηση. Ωστόσο αυτό ενδέχεται να συμβεί μόνο όταν γίνεται συστηματικά υπερβόσκηση, δηλαδή όταν προσπαθούν πάρα πολλά ζώα να τραφούν σε μία περιοχή όπου η βλάστηση ανανεώνεται με χαμηλό ρυθμό (Dregne, 1978).

Επιταχυνόμενη διάβρωση βοσκοτόπων με βοοειδή στη βορειοδυτική Ελλάδα (φωτογραφία: Β. Παπαναστάσης).

Η υπερβόσκηση έχει αρνητική επίπτωση στην ποικιλία των φυτικών ειδών. Αν και κάποια ιδιαίτερα είδη φυτών προσαρμόζονται στην εντατική βόσκηση ή φαίνονται να ευνοούνται λόγω της μείωσης του ανταγωνισμού (Bergmeier, 1998; Egli, 1991; Grove and Rackham, 2001; Seligman and Perevolotsky, 1994),η συνολική επίδραση της υπερβόσκησης είναι αρνητική, ιδιαίτερα στα λιβάδια (Koukoura et al. 1998; Koutsidou and Margaris, 1998; Papanastasis, 1985; Papanastasis et al. 2002). Αντίθετα, η ήπια βόσκηση έχει ευεργετική επίδραση στην ποικιλομορφία των φυτών (Montalvo et al., 1993; Naveh and Whittaker, 1979; Noy-Meir, 1998; Puerto et al., 1990), αλλά ή απουσία βόσκησης ή η υπο-βόσκηση μπορεί επίσης να έχει αρνητικά αποτελέσματα (Peco et al., 1998). Οι βοσκότοποι που δεν βοσκούνται καθόλου ή λίγο παρουσιάζουν τα προβλήματα των εγκαταλειμμένων εδαφών στα οποία έχουν εισβάλει δασώδη είδη, ενισχύοντας τον κίνδυνο πυρκαγιάς με επακόλουθο την φυσική καταστροφή.

Στα δασώδη βοσκοτόπια, ο αντίκτυπος της υπερβόσκησης μπορεί να μην είναι δυσμενής για την βιοποικιλότητα των ειδών επειδή τα δασώδη είδη μπορούν να διαδραματίσουν ένα προστατευτικό ρόλο. Αυτό συμβαίνει με τις φυτοκοινότητες από φρύγανα, στις οποίες τα είδη των φρυγάνων, που έχουν δυσάρεστη γεύση για τα ζώα, μπορούν να προστατεύσουν τα ετήσια   φυτά τα οποία  καλύπτουν από την υπερβόσκηση. Εντούτοις, αυτός ο προστατευτικός ρόλος περιορίζεται στην περίπτωση που η υπερβόσκηση  συνδυασθεί με τις πυρκαγιές (Papanastasis et Al, 2002).

Οι πυρκαγιές που προκαλούνται από τους κτηνοτρόφους προκειμένου να ελέγξουν την ανεπιθύμητη ανάπτυξη της βλάστησης είναι μια κοινή πρακτική σε διάφορα μέρη της μεσογειακής Ευρώπης (π.χ. Κορσική, Σαρδηνία, Κρήτη, Δ. Ελλάδα). Αν και η μεσογειακή βλάστηση έχει προσαρμοστεί σε αυτές τις περιπτώσεις και συνήθως επαναπτύσσεται μετά, μπορεί εντούτοις να καταστραφεί εάν η φωτιά συνδυασθεί με την υπερβόσκηση. Διάφορες μελέτες έδειξαν ότι ο συνδυασμός πυρκαγιών και υπερβόσκησης είναι η κύρια αιτία υποβάθμισης και ερημοποίησης των βοσκοτόπων στη μεσογειακή Ευρώπη (Arianoutsou-Faraggitaki, 1985; Aru, 1986; Margaris and Koutsidou, 1998; Pantis and Mardiris, 1992; Pantis and Margaris 1988; Papanastasis, 1977; Papanastasis et al. 1990; Vokou et al., 1986).

Συμπερασματικά, η υπερβόσκηση συνδέεται με την ερημοποίηση στη μεσογειακή Ευρώπη ιδιαίτερα στις περιοχές που συνδυάζεται με τις πυρκαγιές που προκαλούν οι κτηνοτρόφοι.

Παραδείγματα αιτιών υπερβόσκησης στις μεσογειακές χώρες της Ευρώπης

Κάτω Εσωτερική περιοχή του Alentejo, Πορτογαλία
Συγγραφείς: Maria José Roxo και Pedro Cortesao Casimiro  <[email protected]>

Η σημασία της εκτροφής βοοειδών στην περιοχή του δήμου Mértola έχει απασχολήσει την βιβλιογραφία. Οι ισχύοντες βασιλικοί νόμοι, οι οποίοι χρονολογούνται από τη μεσαιωνική περίοδο, προστατεύουν τη δραστηριότητα αυτή. Στο παρελθόν, τα πρόβατα και οι χοίροι χρησιμοποίησαν  εκτενώς τα φυσικά λιβάδια ως βοσκοτόπια, διατηρώντας την ισόρροπη εκμετάλλευση των τοπικών φυσικών πόρων. Οι τεράστιες περιοχές του δήμου Mértola παρείχαν την άνοιξη βοσκή για τα κοπάδια που μετακινούνταν από άλλες περιοχές της χώρας (για παράδειγμα το Algarve και την άνω περιοχή του Alentejo).

Πρόβατα στην οροσειρά Mιrtola, Mιrtola (φωτογραφία: Maria Roxo, Pedro Casimiro)

Σήμερα, εξαιτίας των κινήτρων που έχουν δοθεί εδώ και αρκετές δεκαετίες  για την αύξηση της παραγωγής των σιτηρών μειώθηκαν σημαντικά οι περιοχές με φυσικά βοσκοτόπια. Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε την εντατικοποίηση της χρήσης των υπόλοιπων περιοχών για την εκτροφή βοοειδών  και κατά συνέπεια την βαθμιαία υποβάθμισή τους.

Επιπλέον τα κίνητρα της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) για την παραγωγή προβάτων, χοίρων και βοοειδών αύξησαν σημαντικά τον αριθμό των ζώων ανά εκτάριο και οδήγησαν σε νέες μορφές αγροτικής οικονομίας. Παλιότερα οι βοσκοί είχαν στη διάθεση των βοοειδών τους μεγάλες εκτάσεις για βόσκηση, ενώ σήμερα τα διατηρούν στο ίδιο μέρος, το οποίο υποστηρίζεται από εγκαταστάσεις υποδομής που περιλαμβάνουν περιφράξεις, στάβλους και μικρά αρδευτικά φράγματα για την παροχή πόσιμου νερού. Αυτές οι συνθήκες προκαλούν μια παρατεταμένη επίδραση στο έδαφος από την συμπίεση και την φυσική εξάντληση του βοσκότοπου.

Βοοειδή, Οροσειρά Mιrtola, Mιrtola (φωτογραφία:  Maria Roxo και Pedro Casimiro)

Όλοι οι παραπάνω παράγοντες συνέβαλαν σε μια πιο έντονη και εκτενή υποβάθμιση του εδάφους στην περιοχή. Είναι σημαντικό ότι η αντιδράσεις  σ’ αυτή τη δραστηριότητα έχουν αλλάξει και τα συστήματα γεωργίας που υιοθετούνται ταιριάζουν περισσότερο στις συγκεκριμένες εδαφικές  και κλιματικές συνθήκες της περιοχής.

Όρος Ψηλορείτης, Κρήτη (Ελλάδα)
Συγγραφέας: Βασίλειος Π. Παπαναστάσης <[email protected]

Το όρος Ψηλορείτης έχει  ύψος 2.456 μ., βρίσκεται στο κέντρο της Κρήτης σε μια περιοχή περίπου 500 χλμ² και απλώνεται συνήθως σε υψόμετρο άνω των 600 μ. Κατοικείται από περίπου 18.000 μόνιμους κατοίκους σε 20 χωριά. Το μητρικό πέτρωμα που επικρατεί  είναι συμπαγής ασβεστόλιθος με κόκκινα εδάφη. Το κλίμα είναι ύφυγρο Μεσογειακό με υγρούς και ήπιους χειμώνες που γίνονται ψυχροί στα μεγάλα υψόμετρα. Η βλάστηση είναι σύνθετη, περιλαμβάνοντας συνήθως αειθαλή αλλά και μερικά φυλλοβόλα δασικά είδη καθώς επίσης και είδη φρυγάνων, τα οποία και επικρατούν στην περιοχή. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς της γης είναι επίσης σύνθετο, με τα γεωργικά εδάφη να είναι κυρίως ιδιόκτητα ενώ τα δάση και οι βοσκότοποι ανήκουν στο κράτος και το δικαίωμα της εκμετάλλευσής τους ανήκει στις τοπικές κοινωνίες.

Γενική άποψη του όρους Ψηλορείτη (φωτογραφία: Β. Παπαναστάσης).

Τα εδάφη είναι πολύ αβαθή  (< 15 εκατ.) ή αβαθή (15-30 εκατ.) στο μεγαλύτερο μέρος του ορεινού όγκου ενώ περίπου το 40% της επιφάνειας καλύπτεται από βράχους (Pendarakis, 1994). Γίνονται Βαθύτερα όπου υπάρχουν κολλούβια, τα οποία είναι περιορισμένα στην περιοχή και βρίσκονται στους πρόποδες του όρους.

Η κτηνοτροφία αποτελεί παραδοσιακή δραστηριότητα που υπάρχει στην περιοχή από τη νεολιθική περίοδο (Lyrintzis and Papanastasis, 1995). Τις τελευταίες δεκαετίες ο αριθμός των ζώων βόσκησης έχει αυξηθεί εντυπωσιακά, κυρίως λόγω των εθνικών πρωτοβουλιών, και, ειδικά από το 1981 (όπου η Ελλάδα έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας), λόγω των επιδοτήσεων της Ε.Ε. Με βάση τα εθνικά στατιστικά στοιχεία, οι αριθμοί προβάτων και αιγών, μεταξύ 1961 και 1991, αυξήθηκαν κατά 529%  και 279%, αντίστοιχα. Τα μεγάλα αυτά νούμερα οδήγησαν το 1991 σε ένα μέσο επίπεδο βόσκησης 4,6  ζώων/εκτάριο/έτος (Menjli, 1994), το οποίο είναι τουλάχιστον τέσσερις φορές μεγαλύτερο από την μέση ικανότητα βόσκησης των λιβαδιών (Papanastasis et Al, 1990), καταλήγοντας  σε υπερβόσκηση.

Εξέλιξη του αριθμού ζωικού κεφαλαίου μεταξύ 1961 και 1991 στο Όρος Ψηλορείτης της Κρήτης (Εθνική Στατιστική Υπηρεσία).

Με σκοπό την μελέτη της επίπτωσης της υπερβόσκησης στον Ψηλορείτη, έγινε ανάλυση  αεροφωτογραφιών της περιοχής για τα έτη 1961 και 1989 και προσδιορίστηκαν και καταγράφηκαν οι σημαντικότεροι τύποι χρήσης/κάλυψης της γης  για τις ίδιες χρονιές. Τα αποτελέσματα παρουσίασαν αύξηση των αραιής και μέσης πυκνότητας θαμνωδών εκτάσεων(κυρίως οικοσυστήματα με φρύγανα) σε βάρος των μεγάλης πυκνότητας εκτάσεων, καθώς επίσης και των δασών. Αυτή η εξέλιξη υποδηλώνει την εδαφική υποβάθμιση αφού λιγότεροι θάμνοι αναλογούν σε λιγότερη δασώδη φυτοκάλυψη για την προστασία του εδάφους και τηνστήριξη της παραγωγικότητάς του. Οι συνέπειες της υπερβόσκησης ήταν σοβαρότερες όπου αυτή συνδυάστηκε με τις τεχνητές πυρκαγιές στα βοσκοτόπια.

Αλλαγές της  χρήσης/κάλυψης  γης  στο όρος Ψηλορείτη της Κρήτης την περίοδο 1961 (πάνω) και 1989 (κάτω) (Bankov, 1998).
Ερημοποίηση που προκλήθηκε από το συνδυασμό πυρκαγιών σε βοσκοτόπια
και της υπερβόσκησης στον Ψηλορείτη, Κρήτη (φωτογραφία: Β.Παπαναστάσης).

Συνοπτικά η αλληλεπίδραση μεταξύ των δεικτών
Συγγραφέας: Βασίλειος Π. Παπαναστάσης <[email protected]>

Η υπερβόσκηση συνιστά μέρος της διαχείρισης της γης αλλά ως διαδικασία επηρεάζεται επίσης από διάφορους φυσικούς και κοινωνικο-οικονομικούς παράγοντες. Οι δείκτες αξιολόγησης μπορεί να σχετίζονται με τη διαχείριση, τη βλάστηση και τις αβιοτικές συνθήκες όπως επίσης και τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές.

Η υπερβόσκηση προκαλείται όταν ο αριθμός ζώων που χρησιμοποιούν  ένα βοσκότοπο είναι μεγαλύτερος από την ικανότητά του για βόσκηση, θεωρώντας ότι ο επιπλέον αριθμός ζώων θα μπορούσε να είναι από μερικά έως πάρα πολλά. Κατά συνέπεια, ο αριθμός ζώων που εκτρέφονται σε ένα βοσκότοπο ή η ένταση βόσκησης, που εκφράζεται ως χώρος βόσκησης, συνιστά ένα πολύ σημαντικό δείκτη υποβάθμισης των βοσκοτόπων (Papanastasis, 1998 ;2000). Λόγω του διαφορετικού τρόπου συλλογής της τροφής που εφαρμόζουν τα διάφορα είδη των ζώων, κατά τη βόσκηση, η επίπτωση στην βλάστηση είναι διαφορετική (Rook et al., 2004) και επομένως το είδος των ζώων είναι μια πολύ σημαντική παράμετρος στη διαδικασία υπερβόσκησης. Επίσης, το σύστημα εκτροφής των ζώων  στα λιβάδια είναι σημαντικός παράγοντας. Για παράδειγμα, η συνεχής βόσκηση σε όλη  τη διάρκεια του έτους είναι δυσμενέστερη για τη σύνθεση των φυτικών ειδών από ένα εποχιακό ή εναλλασσόμενο σύστημα εκτροφής (Sternberg et Al, 2000). Ήδη έχει αναφερθεί ότι ο συνδυασμός της υπερβόσκησης με τις πυρκαγιές μπορεί να είναι καταστρεπτικότερος από ότι η καθεμία διαδικασία από μόνη της. Η κατανομή της διαθέσιμης υποδομής μπορεί να υποδείξει ποιός βοσκότοπος θα χρησιμοποιηθεί ομοιόμορφα ή όχι. Υπό φυσιολογικές συνθήκες τα ζώα τείνουν να βοσκήσουν πιο έντονα κοντά στα μέρη όπου ποτίζονται και κοντά στους στάβλους παράμακρύτερα (Ghossoub, 2003). Τέλος, η υπερβόσκηση  μπορεί να αποφευχθεί εάν είναι διαθέσιμες εναλλακτικές πηγές ζωοτροφών κι ως εκ τούτου το σύστημα ζωικής παραγωγής που εφαρμόζεται έχει επιπτώσεις στην βόσκηση των λιβαδιών (Papanastasis, 1990).

Αυξημένη υποβάθμιση της γης σε περιοχή ποτίσματος στη νησίδα Νότια (Κρήτη) (φωτογραφία: Β. Παπαναστάσης).

Για τη βλάστηση, σημαντικοί δείκτες είναι το ποσό βιομάζας  που παράγεται ή παραμένει  στο τέλος της περιόδου βόσκησης, η φυτοκάλυψη (Papanastasis et Al, 2003) και η ποικιλία σε είδη φυτών και η σύνθεση των ειδών. Συνήθως, όταν παρατηρηθεί υπερβόσκηση, ο βοσκότοποςγεμίζει με ζιζάνια, τα οποία είναι ανεπιθύμητα είδη φυτών για τα ζώα. Οι εδαφικοί και οι κλιματικοί παράμετροι όπως το βάθος του εδάφους, ο βαθμός κλίσης, το μητρικό υλικο, η διάβρωση του εδάφους, οι βροχοπτώσεις (ύψος και κατανομή) και η θερμοκρασία επηρεάζουν την βλάστηση κι επομένως τον αριθμό των ζώων που μπορεί να συγκρατηθούν σε ένα βοσκότοπο. Υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ του βάθους του εδάφους (Papanastasis, 1994) ή της ποσότητας βράχων στην επιφάνεια του εδάφους (Alexandris et Al, 1997) και της παραγωγής βιομάζας στα λιβάδια. Επίσης, η παραγωγή βιομάζας επηρεάζεται πάρα πολύ από τις βροχοπτώσεις και τη θερμοκρασία του αέρα (Papanastasis, 1982).

Στους κοινωνικο-οικονομικούς δείκτες, μπορούμε να συμπεριλάβουμε τις επιδοτήσεις της Ε.Ε επί του αριθμού των ζώων, τις τοπικές συνήθειες όσον αφορά το μέγεθος των κοπαδιών, το ιδιοκτησιακό καθεστώς (ιδιόκτητα, κρατικά ή κοινοτικά βοσκοτόπια), το εξω-αγροτικό εισόδημα των αγροτών και τους νόμους που υπαγορεύουν τη χρήση των βοσκοτόπων από τους αγρότες. Όλοι αυτοί οι δείκτες σχετίζονται μεταξύ τους όπως επίσης και με διάφορους άλλους δείκτες φυσικούς (π.χ. η παραγωγικότητα των βοσκοτόπων) και διαχειριστικούς (π.χ. αριθμός και είδος ζώων, εκτροφικό σύστημα, κ.λπ.).

Η υπερβόσκηση τέλος, συσχετίζεται και με άλλα ζητήματα, ιδιαίτερα με την εγκατάλειψη της γης και την αποψίλωση των δασών.

Αναφορές

  • Alexandris, S., V.P. Papanastasis and K. Papadimitriou. 1997. Range sites in calcareous areas of western Macedonia. In: Proc. Sustainable Utilization of Rangelands and Pastures, Thessaloniki, pp. 78-90 (In Greek with English summary)
  • Arianoutsou-Faraggitaki, M. 1985. Desertification by overgrazing in Greece: The case of Lesvos island. Journal of Arid Environments, 9:237-242.
  • Aru, A. 1986. Aspects of desertification by overgrazing in Sardinia-Italy. In: Fantechi R. and N.S. Margaris (eds), Desertification in Europe. D. Reidel Publishing Co., Dordrecht, pp. 194-198.
  • Bankov, N. 1998. Dynamics of land cover/use changes in relation to socio-economic conditions on the Psilorites mountain of Crete, Greece. M.Sc. Thesis. Mediterranean Agronomic Institute, Chania, Crete, 136 pp.
  • Bergmeier, E. 1998. Are Cretan endemics threatened by grazing? In: Papanastasis, V.P and D. Peter (eds), Ecological Basis for Livestock Grazing in Mediterranean Ecosystems. European Commission, EUR 18308 N, Luxemburg, pp. 90-93.
  • Dregne, H.E. 1978. Desertification: man’s abuse of land. J. Soil and Water Cons., 33:11-14.
  • Dubost, M. 1998. European policies and livestock grazing in the Mediterranean ecosystems. In:
  • Papanastasis, V.P. and D. Peter (eds), Ecological Basis for Livestock Grazing in Mediterranean Ecosystems. European Commission, EUR 1830N, Luxemburg, pp. 298-311.
  • Egli, B.R. 1991. The special flora, ecological and edaphic conditions of dolines in the mountains of Crete. Botanica Chronika 10:352-335.
  • FAO, 1964. Rapport sur les politiques de l’ elevage de la chévre dans la région mediterraneenne et la Proche-Orient. PEAT/1929, Rome.
  • Ghossoub, R. 2003. Impact of piospheric points in Mediterranean rangelands. M.Sc. Thesis. Mediterranean Agronomic Institute, Chania, Crete, 126 pp.
  • Grove, A.T. and O. Rackhman. 2001. The Nature of Mediterranean Europe, An Ecological History. Yale University Press, London.
  • Koukoura, Z., C. Tsiouvaras, and V.P. Papanastasis. 1998. Long term effects of grazing on biodiversity of a Mediterranean grassland in northern Greece. In: Papanastasis, V.P. and D. Peter (eds),
  • Ecological Basis for Livestock Grazing in Mediterranean Ecosystems. European Commission, EUR 18308 N, Luxemburg, pp. 53-57.
  • Koutsidou, E. and N.S. Margaris. 1998. The regeneration of Mediterranean vegetation in degraded ecosystems as a result of grazing pressure exclusion: the case of Lesvos island. In: Papanastasis, V.P. and D. Peter (eds), Ecological Basis for Livestock Grazing in Mediterranean Ecosystems. European Commission, EUR 18308 N, Luxemburg, pp. 76-79.
  • Le Houerou, H.N. 1981. Impact of man and his animals on Mediterranean vegetation. In F.di Castri et al. (eds), Mediterranean Type Ecosystems, Elsevier Scientific Co., Amsterdam, p. 479-521.
  • Lyrintzis, G. and V.P. Papanastasis. 1995. Human activities and their impact on land degradation – Psilorites mountain in Crete: A historical perspective. Land Degradation and Rehabilitation, 6:79-93.
  • Margaris, N.S. and E. Koutsidou. 1998. Fires and overgrazing: the main driving forces of desertification in the Aegean islands. In: Papanastasis, V.P. and D. Peter (eds), Ecological Basis for Livestock Grazing in Mediterranean Ecosystems. European Commission, EUR 1830N, Luxemburg, pp. 167-170.
  • Menjli, 1994. Effects of pastoral activities on desertification of mountain Psilorites. M.Sc. Thesis. Mediterranean Agronomic Institute of Chania, Crete, 99 p.
  • Montalvo, J., M.A. Casado, C. Levassor, and F.D. Pineda. 1993. Species diversity patterns in Mediterranean grasslands. Journal of Vegetation Science, 4:213-222.
  • Naveh, Z. and R.H. Whittaker. 1979. Structural and floristic diversity of shrublands and woodlands in northern Israel and other Mediterranean regions. Vegetatio, 41:171-190.
  • Noy-Meir, I. 1998. Effects of grazing on Mediterranean grasslands: the community level. In: Papanastasis, V.P. and D. Peter (eds), Ecological Basis for Livestock Grazing in Mediterranean Ecosystems. European Commission, EUR 1830 N, Luxemburg, pp. 27-39.
  • Pantis, J. and N.S. Margaris. 1988. Can system dominated by asphodels be considered as semi-deserts? International Journal of Biometeorology, 32:87-91.
  • Pantis, J.P. and Th.A. Mardiris. 1992. The effects of grazing and fire on degradation processes of Mediterranean ecosystems. Israel Journal of Botany, 41:233-242.
  • Papanastasis, V.P. 1977. Fire ecology and management of phrygana communities in Greece, In: Mooney, H.A. and Conrad, C.E. (coors), Proc. Symp. Environmental Consequences Fire and Fuel Manage in Mediterranean-type Ecosystems. USDA Forest Service, Gen. Tech. Rep. WO-3, Washington D.C, p. 476-82.
  • Papanastasis, V.P. 1982. Production of grasslands in relation to air temperature and precipitation in northern Greece. Dassiki Erevna, 3, 111 pp. (In Greek wiht English summary).
  • Papanastasis, V.P. 1985. Impact of grazing on a grassland of the Lahanas region of Thessaloniki. Dassiki Erevna, VI(2): 155-168 (In Greek with English summary).
  • Papanastasis, V.P. 1986. Integrating goats into Mediterranean forests. Unasylva, 154(38):44-52.
  • Papanastasis, V.P. 1988. Livestock grazing legislation in Greece. In: Forestry Legislation. Forstwissenschaftliche Beitrage 6, Fachbereich Forstokoenomie und Forstpolitik. ETH. Zurich, pp.117-128.
  • Papanastasis, V. 1990. Pastoral and forage systems in Greece. 6th Meeting FAO Subnetwork on Mediterranean Pastures and Fodder Crops, Bari, Italy. pp. 177-180.
  • Papanastasis, V. 1993. Legal status of land tenure and use and its implication for open landscapes of western Crete. Landscape and Urban Planning, 24:273-277.
  • Papanastasis, V. 1994. Structure and production characteristics of limestone rangelands in western Macedonia, Greece. In: L. t’ Mannetje and J. Frame, (eds in chief), Grassland and Society. Wageningen Press, The Netherlands, pp. 316-317.
  • Papanastasis, V.P. 1998. Grazing intensity as an index of degradation in semi-natural ecosystems: the case of Psilorites mountain in Crete, In: G. Enne, M. D’ Angelo and C. Zanolla, (eds), Indicators for Assessing Desertification in the Mediterranean. Nucleo Ricerca Desertificatione. Universitá di Sassari. Italy, pp.146-158.
  • Papanastasis, V.P. 2000. Land degradation caused by overgrazing and wildfires and management strategies to prevent and mitigate their effects. In: Desertification in Europe: mitigation strategies, land-use planning G. Enne, Ch. Zanolla and D. Peter (eds). European Commission, EUR 19390, Luxembourg, pp. 187-198.
  • Papanastasis, V., S. Kyriakakis, and J. Ispikoudis. 1990. Forestry and grazing practices in Crete. In: Grove, A.T., O. Rackham and J. Moody (eds), Stability and Change in the Cretan Landscape. Petromaroula 1, Corpus Christi College, England, pp. 42-46.
  • Papanastasis, V.P., S. Kyriakakis and G. Kazakis. 2002. Plant diversity in relation to overgrazing and burning in mountain Mediterranean ecosystems. J. Mediterranean Ecology, (2-3):53-63.
  • Papanastasis, V.P., S. Kyriakakis, G. Kazakis, M. Abid and A. Doulis. 2003. Plant cover as a tool for monitoring desertification in mounting Mediterranean rangelands. Management of Environmental Quality: An International Journal, 14(1): 69-81.
  • Pulina, G., A. Cappio-Borlino, M. d’Angelo and A.H.D. Francesconi. 1998. Grazing in Mediterranean ecosystems: a complex approach as addressed in the EU MEDALUS project. In: Papanastasis, V.P. and D. Peter (eds), Ecological Basis for Livestock Grazing in Mediterranean Ecosystems. European Commission, EUR 1830N, Luxemburg, p. 173-188.
  • Peco, B., T. Espigares, and C. Levassor. 1998. Trends and fluctuations in species abundance and richness in Mediterranean pastures. Applied Vegetation Science, 1:21-28.
  • Pendarakis, K.E. 1994. Identification of basic soil parameters related with the desertification process in two sampling zones of Psilorites area. Mimeo. 42p. 
  • Puerto, A., M. Rico, M.D. Matias and J.A. Garcia. 1990. Variation in structure and diversity in Mediterranean grasslands related to trophic status and grazing intensity. Journal of Vegetation Science, 1:445-452.
  • Rook, A.J., B. Dumont, J. Isselstein, K. Osoro, M.F. Wallis De Vries, G. Parente and J. Mills. 2004. Matching type of livestock to derived biodiversity outcomes in pastures-a review. Biological Conservation, 119:137-150.
  • Seligman, N.G. and A. Perevolotsky, 1994. Has intensive grazing by domestic ungulates degraded Mediterranean basin rangelands? In: Arianoutsou, M. and R.H. Groves (eds), Plant-Animal Interactions in Mediterranean – Type Ecosystems. Kluwer Academic Publ. The Hague, pp. 93-103.
  • Sternberg, M., M. Gutman, A. Perevolotsky, E.D. Ungar and J. Kigel. 2000. Vegetation response to grazing management in a Mediterranean herbaceous community: a functional group approach. Journal of Applied Ecology 37:224-237.
  • Thirgood, J.V. 1981. Man and the Mediterranean Forest. Academic Press, New York.
  • Tomaselli, R. 1977. Degradation of the Mediterranean maquis, In: Mediterranean Forests and Maquis. Ecology, Conservation and Management, MAB Technical Series 2. UNESCO, p. 32-72.
  • Tsoumis, G. 1985. The depletion of forests in the Mediterranean region- An historical review from the ancient times to present. Scientific Annals of the Department of Forestry and Natural Environment, Vol. KH (11):281-300.
  • Vokou, D., J. Diamantopoulos, Th.A. Mardiris and N.S. Margaris. 1986. Desertification in northern Greece: the case of Kella. In: Fantechi, R. and N.S. Margaris (eds), Desertification in Europe. D. Reidel Publishing Co. Dordrecht, pp. 155-160.

Πηγή: https://esdac.jrc.ec.europa.eu/public_path/shared_folder/projects/DIS4ME/issues/issue_overgrazing_gr.htm

Σχολιάστε το δημοσίευμα

σχόλια

Πείτε την γνώμη σας